παράβατος


παράβατος
παρά-βατος, übertreten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβατός — ή, ό / παραβατός, ή, όν, Α και ποιητ. τ. παρβατός, ΝΜΑ [παραβαίνω] αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να παραβεί, να αθετήσει, να παραβιάσει («κράτος δ , ὅτῳ κράτος μέλει, παραβατὸν οὐδαμᾷ πέλει», Σοφ.) …   Dictionary of Greek

  • παραβατόν — παραβατός to be overcome masc/fem acc sg παραβατός to be overcome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατέ — παραβατός to be overcome masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρβατός — παραβατός to be overcome masc/fem nom sg παρβατός to be overcome masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЮЛИАН ФЛАВИЙ КЛАВДИЙ —     ЮЛИАН ФЛАВИЙ КЛАВДИЙ (Flavius Claudius Julianus, Ιουλιανός) (331, Константинополь 26.06.363, Месопотамия), римский император, племянник имп. Константина Великого, за отказ от христианства получивший у церковных историков прозвище «Отступник»… …   Античная философия

  • παραβατικός — ή, όν, Α [παραβατός] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή είναι διατεθειμένος σε παράβαση, σε αθέτηση 2. αυτός που ανήκει ή ο σχετικός με την παράβαση τής αρχαίας αττικής κωμωδίας. επίρρ... παραβατικῶς Α φρ. «παραβατικῶς ἔχω τινός» είμαι… …   Dictionary of Greek

  • παραβατοῦ — παραβατέω to be a pres imperat mp 2nd sg (attic) παραβατός to be overcome masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατῶν — παραβάτης one who stands beside masc gen pl παραβατέω to be a pres part act masc nom sg (attic epic doric) παραβατός to be overcome masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.